|
Η αναζήτηση της συλλογικής ταυτότητας
στο μυθιστόρημα "Έξι νύχτες στην Ακρόπολη"
του Γιώργου Σεφέρη.
Μια απόπειρα ερμηνευτικής προσέγγισης.
Το Έξι νύχτες στην Ακρόπολη κατέχει μια ιδιαίτερη θέση στο corpus της συγγραφικής παραγωγής του νομπελίστα ποιητή μας για δύο κυρίως λόγους. Πρώτον, γιατί είναι το μόνο ολοκληρωμένο «μυθιστόρημα» του Γιώργου Σεφέρη- το Βαρνάβας Καλοστέφανος δεν ολοκληρώθηκε- και δεύτερον, επειδή το πεζογράφημα αυτό, που δεν πρέπει να λησμονούμε πως είναι έργο ενός ποιητή, φαίνεται να εντάσσεται στη χορεία των έργων του μοντερνιστικού κινήματος το οποίο παρουσιάστηκε στην Ευρώπη στο δεύτερο μισό του δέκατου ένατου αιώνα και αναπτύχθηκε στις πρώτες δεκαετίες του είκοστού. Τα στοιχεία που συνηγορούν ώστε να χαρακτηρίσουμε το εν λόγω μυθιστόρημα ως μοντερνιστικό είναι τα ακόλουθα.
Είναι φανερό ότι ο Σεφέρης συνειδητά, όπως υποδηλώνουν και οι διακειμενικές σχέσεις του κειμένου με το έργο του Apollinaire, του Andrè Gide, του Paul Valèry, του T.S.Eliot και του Marcel Proust, προσπαθεί να καταργήσει καθιερωμένες συμβάσεις του παραδοσιακού ρεαλιστικού μυθιστορήματος, ενώ ταυτόχρονα επικεντρώνει το ενδιαφέρον του στην παρουσίαση της αλλοτριωμένης υποκειμενικής συνείδησης. Δεν είναι δύσκολο να διαπιστώσει κανείς ότι δεν υπάρχει συνέπεια στην παρουσίαση του εξω-λογοτεχνικού κόσμου (λ.χ. της ελληνικής κοινωνίας του Μεσοπολέμου), το οποίο υπήρξε και βασικό αίτημα του ρεαλισμού, ενώ είναι δεδομένη η χαλάρωση της πλοκής και τα χρονικά χάσματα στην αφήγηση με ταυτόχρονη παραίτηση του αφηγητή από την αξίωση για καθολική εποπτεία, όπως συνέβαινε με τον παντογνώστη αφηγητή του παραδοσιακού μυθιστορήματος. Ως εκ τούτου, αξιοσημείωτο είναι το προβάδισμα που δίνεται στον υποκειμενικό κόσμο του ατόμου -όπως συμβαίνει στην περίπτωση του Στράτη στο Έξι νύχτες στην Ακρόπολη- το οποίο αφηγηματικά πραγματώνεται με την καλλιέργεια του εσωτερικού μονολόγου και των ελεύθερων συνειρμών (Βλ. τα ημερολογιακά κομμάτια του μυθιστορήματος). Αυτή η τακτική υπονομεύει τη συγκρότηση ολοκληρωμένων χαρακτήρων, ακόμη και του ίδιου του κεντρικού ήρωα.
Ωστόσο, αν και είναι εμφανής η προβολή του εσωτερικού κόσμου, η ενδοσκόπηση και η ψυχολογική ανάλυση στα κείμενα τα γραμμένα με το μοντερνιστικό «τρόπο», γίνεται από την άλλη πλευρά εφικτή η παρουσίαση των εξωτερικών συμβάντων, όπως τα τελευταία προσλαμβάνονται από το κυρίως «δρων»[1] πρόσωπο. Έχοντας, λοιπόν, υπόψη τη μοντερνιστική καταγωγή του μυθιστορήματος Έξι νύχτες στην Ακρόπολη θα προσπαθήσω να διερευνήσω τον πρωτότυπο για τα ελληνικά δεδομένα τρόπο με τον οποίο αποδίδεται η σχέση του κεντρικού χαρακτήρα του κειμένου, του Στράτη, με την ιστορική πραγματικότητα, τη δυσκολία προσαρμογής του σε αυτήν και την πορεία του προς την ανακάλυψη της συλλογικής ταυτότητας.
Το μυθιστόρημα Έξι νύχτες στην Ακρόπολη παρουσιάζει το Στράτη, ένα νέο αστό ποιητή στα μέσα με τέλη της δεκαετίας του 1920, μετά την επιστροφή του στην Αθήνα από τις σπουδές που έκανε στο Παρίσι, να βρίσκεται σε υπαρξιακό αδιέξοδο και να προσπαθεί να ανακαλύψει την ατομική του ταυτότητα. Αρωγός στην άρση του υπαρξιακού, ερωτικού και καλλιτεχνικού αδιεξόδου, που βίωνε, στάθηκε η γυναίκα, η οποία λειτούργησε λυτρωτικά για τον κεντρικό χαρακτήρα και ως βιολογική παρουσία αλλά και ως σύμβολο καλλιτεχνικό, συγκεκριμένα ως μούσα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο αποκαταστάθηκε ο διασαλευμένος εσωτερικός κόσμος του Στράτη. Όμως, η «κατά πανσέληνον» άνοδος στην Ακρόπολη προσφέρει και μια άλλη σημαντική υπηρεσία στα μέλη αυτής της νεαρής ιντελιγγέντσιας-συντροφιάς του Στράτη αλλά και τον ίδιο: τους ωθεί στην απόπειρα ανακάλύψης της συλλογικής ταυτότητας.
Με τον όρο «συλλογική ταυτότητα» εννοούμε τα χαρακτηριστικά εκείνα γνωρίσματα που καθορίζουν τη φυσιογνωμία μιας ομάδας, ακόμη και ενός εθνικού συνόλου και που τη διαφοροποιούν από μια άλλη. Στο συγκεκριμένο αφήγημα παρακολουθούμε το Στράτη, που ουσιαστικά είναι το προσωπείο του Σεφέρη, να προσπαθεί να ανακαλύψει τα ιδιαίτερα γνωρίσματα τόσο των φίλων του όσο και των συμπατριωτών του. Η επικοινωνία μεταξύ των επτά φίλων -του Νικόλα, του Νώντα, του Καλλικλή, της Σαλώμης, της Λάλας, της Σφίγγας και του ιδίου- τον απασχολεί ιδιαίτερα. Ταυτόχρονα το ερώτημα το σχετικό με την ύπαρξη μιας σαφώς προσδιορισμένης ελληνικής κοινωνίας είναι εξίσου ζωτικό γι’ αυτόν.
Το Έξι νύχτες στην Ακρόπολη χωρίζεται σε έξι κεφάλαια τα οποία αντιστοιχούν χρονικά σε έξι πανσέληνες νύχτες, κατά τη διάρκεια των οποίων η παρέα του Στράτη έχει συμφωνήσει-μετά από πρόταση του Νικόλα- να συναντιέται στην Ακρόπολη λόγω του ότι εκεί ίσως κατορθώσουν να επιτύχουν καλύτερη μεταξύ τους επικοινωνία χάρη στις μυστηριακές δυνάμεις της σελήνης που θα είναι στο αποκορύφωμά της εκείνη τη στιγμή και εξαιτίας του προγονικού κλέους που φέρει ο τόπος συνάντησής τους. Όπως αντιλαμβανόμαστε, την παρέα του Στράτη διέκρινε η έλλειψη επικοινωνίας. Χαρακτηριστική είναι η φράση του Νικόλα: «Η κυρία Σαλώμη βρίσκει πως είμαστε υπερβολικά σκορπισμένοι και πρέπει ν’ αποχτήσουμε συνοχή» (σελ.18). Σε αυτό το έλλειμμα επικοινωνίας μάς παραπέμπει και η παρομοίωση από τον αφηγητή της παρέας με «άτονη Βαβέλ» η οποία προσδιορίζει τις δυσκολίες προσαρμογής της στη δύσκολη πραγματικότητα της εποχής της δικτατορίας του Πάγκαλου και όχι πολύ μετά τη Μικρασιατική καταστροφή.
Στην επίτευξη επικοινωνίας τροχοπέδη αποτελεί εκτός από τη δύσκολη ιστορικά στιγμή για την Ελλάδα -την οποία σαρκάζει ο Νικόλας με το δηκτικό χιούμορ του στη φράση «Κοιτάχτε! κοιτάχτε! Σε ογδόντα χρόνια, κανείς απ’ όλους αυτούς δε θα υπάρχει! Για την ώρα, πάμε να φάμε.»(σελ.26)- και το γεγονός ότι τα μέλη της εν λόγω συντροφιάς είναι περιχαρακωμένα στον εαυτό τους. Παράδειγμα είναι ο ίδιος ο κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος με την εσωστρέφειά του, η Σφίγγα με τις δογματικές της αντιλήψεις και ο Νώντας με τη θεολογικού περιεχομένου θέαση του κόσμου που τον διακρίνει. Ο συνεσταλμένος Νικόλας που αποτελεί προσωπείο του ίδιου του Σεφέρη, παρομοιάζει με μεγάλη ευστοχία την παρέα αυτών των νέων της περιόδου του Μεσοπολέμου με «νερά ποταμών» τα οποία αδυνατούν να βρεθούν στην ίδια κοίτη. Ενδεικτική της διάθεσης και από το Στράτη για εύρεση του συλλογικού προσώπου της ομάδας είναι και η ερώτηση που θέτει ο Στράτης: «ποιος θ’ αποσφραγίσει τους σφραγισμένους ποταμούς;» (σελ.27). Ωστόσο, και μόνο η προσμονή βοήθειας από τη σελήνη και από την Ακρόπολη υποδηλώνει το ανέφικτο της προσπάθειας για επικοινωνία. Πρέπει, επίσης, να σημειώσουμε πως η επιλογή της Ακρόπολης ως τόπου συγκέντρωσης των νέων αυτών δεν έγινε τυχαία. Είναι ένας τόπος που κουβαλάει το «βάρος» της πολιτισμικής κληρονομιάς του ελληνικού έθνους, σύμβολο ενοποίησης του ιωνικού με το δωρικό ρυθμό και κατά συνέπεια ενότητας της ελληνικής φυλής. Από την πλευρά τώρα της τεχνικής το γεγονός ότι δε δίνεται το βάρος από τον αφηγητή στη διαγραφή των χαρακτήρων, πλην του Στράτη, και το ότι το ημερολογιακό μέρος του έργου καταλαμβάνει μεγάλη έκταση τονίζει σε επίπεδο περιεχομένου τον κατακερματισμένο και διασπασμένο κόσμο στον οποίο ζει και από τον οποίο έχει δεχθεί επιρροές η συντροφιά.
Όμως, εάν σε επίπεδο παρέας η αναζήτηση της συλλογικής ταυτότητας είναι ολοφάνερα δύσκολη για τους λόγους που αναπτύξαμε, σε εθνικό επίπεδο φαντάζει ουτοπική, ιδιαίτερα μάλιστα όταν λάβουμε υπόψη μας πως ο χρόνος δράσης στον οποίο αναφέρεται το έργο είναι τα χρόνια μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, τα έτη 1925-1927. Ο ελληνικός λαός είναι οικονομικά κατεστραμμένος και ηθικά καθημαγμένος, ενώ ο τόπος έχει γεμίσει πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία. Οι διακειμενικές σχέσεις εξ άλλου του σεφερικού πεζογραφήματος με την Κόλαση του Δάντη υποστηρίζουν και ενισχύουν τη ζοφερή εικόνα στην οποία βρίσκεται ο τόπος. Το πορτρέτο της μεταπολεμικής Αθήνας, που απορρέει μέσα από το κείμενο, ομοιάζει με το αντίστοιχο της Φλωρεντίας την εποχή του ιταλού εθνικού λογοτέχνη, όπου οι αιματηρές διχόνοιες μετέβαλαν σε απραγματοποίητο όνειρο το αίτημα για ενότητα, δικαιοσύνη -μια έννοια τόσο φορτισμένη και στο Σεφέρη- και αρμονία.
Η ελληνική κοινωνία είναι ακόμη αδιαμόρφωτη και, μολονότι η ανάγκη για εκσυγχρονισμό είναι μεγάλη, η εικόνα της πρωτεύουσας είναι επαρχιακή. Αυτό δηλώνεται με την αναφορά στα ονόματα των λεωφορείων που έβλεπε ο Στράτης στο Σύνταγμα («Αχ Βαχ» … «Ωραία Ελλάς»). Παρόλο που ο τόπος είχε ανάγκη περισσότερο από ποτέ από ικανούς ηγέτες για να τον βγάλουν από το τέλμα στο οποίο είχε περιέλθει εξαιτίας της Μεγάλης Iδέας που τον ταλάνισε αλλά και της δημαγωγικής εκμετάλλευσής της από τους ΄Ελληνες πολιτικούς, οι τελευταίοι δε φαίνονται να συμμερίζονται τον πόνο του απλού πολίτη και τον προβληματισμό του Σεφέρη (που προερχόταν και ο ίδιος από τα παράλια της Ιωνίας). Στερούμενοι ανθρώπινης ποιότητας οι επαγγελματίες πολιτικοί της εποχής εκείνης χαρακτηρίζονται από μικρόνοια, ψυχολογική ατολμία, ευκαιριακή αντιμετώπιση των διάφορων προβλημάτων και, το κυριότερο, έλλειψη ευθύνης.. Λέει χαρακτηριστικά ο Στράτης: «Θα ’πρεπε οι πολιτικοί μας να κρατούσαν μιαν ολυμπιάδα σιωπής ύστερ’ από το χαλασμό του Έθνους.» (σελ.18). Δεν ενδιαφέρονται για την κοινωνική προσφορά αλλά για την ατομική τους προβολή και εκλογή στα δημόσια αξιώματα, ενώ το μορφωτικό τους επίπεδο είναι προκλητικά χαμηλό. Ωστόσο, χωρίς ίχνος αυτογνωσίας συναγωνίζονται ποιος θα εμπαίξει καλύτερα το δύστυχο ελληνικό λαό. Αυτό φαίνεται από το τσαλακωμένο χαρτάκι εφημερίδας που διάβασε δυνατά ο Νικόλας και που η λειτουργία της μίμησης είναι αρκετά εύγλωττη: «Τα αισθήματά μ’, αγαπητοί συμπουλίται…ΣΠΛΕΝΤΙΤ.» (σελ.18). Προσφέροντας οι πολιτιλοί «άρτον και θεάματα» στους ψηφοφόρους τους συντηρούν τις πελατειακές σχέσεις μαζί τους και παράλληλα την αδιαφορία και τη φυγή των τελευταίων από την πραγματικότητα, την οποία μάλιστα εξιδανικεύουν με την κούφια, όπως θα έλεγε κι ο Καβάφης, πολιτική ρητορεία τους. Επιπλέον, η φράση του Στράτη ότι «στην Ελλάδα υπήρχαν πάντα οι δυο ράτσες, η ράτσα του Σωκράτη και η ράτσα του Άνυτου» (σελ.16) υπαινίσσεται τον πολιτικό αμοραλισμό της τάξης που διοικεί και που είναι αδύνατο να οδηγήσει σε συλλογική δράση και να εμπνεύσει το αίσθημα της συνεργασίας. Σε απόλυτη αντιστοιχία, στόχος του ελληνικού λαού είναι η ικανοποίηση των ατομικών του συμφερόντων, χωρίς να διαισθάνεται τα αδιέξοδά του. Η αλλοτρίωση του λαού από κάθε είδους συλλογική αξία και η πρόταξη του υλικού συμφέροντος φαίνεται στην αντιμετώπιση των προσφύγων που επιφυλάσσει (σελ.15). Αποτέλεσμα η απογοήτευση του Στράτη: «Φυλή, αταβισμοί. Τα ξαναμάσησα όλα αυτά. Πόνος ανυπόφορος.» (σελ.14).
Όμως, τόσο ο ίδιος ο Στράτης όσο και η συντροφιά του αντιπροσωπεύουν μια μερίδα της αστικής τάξης με πνευματικές ενασχολήσεις. Αναζητούν ένα πρότυπο διανοούμενου που θα μπορούσε να αποτελέσει οδηγό στην πνευματική τους πορεία και να βοηθήσει στη διαμόρφωση της συλλογικής ταυτότητας του έθνους. Αυτό το ρόλο στο μυθιστόρημα φαίνεται να έχει αναλάβει ο Λογκομάνος, ένας γνωστός ποιητής της εποχής, ο οποίος αντιπροσωπεύει τη μεσσιανική περί ποίησης αντίληψη. Γράφει μια ποίηση υψηλή και προφητική, ανάλογη με αυτή που έγραφε ο Άγγελος Σικελιανός. Επειδή, ωστόσο, αντιπροσωπεύει το διανοούμενο που αποστασιοποιείται από τα προβλήματα του κόσμου και που διακατέχεται από έπαρση και επιθυμία να υποτάξει στη δική του αυθεντία τους άλλους, προβάλλει ως ένα αρνητικό παράδειγμα. Η ανάγκη του να ανανεώνει την έμπνευσή του θυσιάζοντας αγνές γυναίκες στο κρεβάτι του και διατηρώντας στην «αυλή» του πιστούς ακόλουθους, όπως είναι ο Κνουτ και η Σφίγγα, τον οδηγεί σε μια εγωιστική αντιμετώπιση της ζωής χωρίς καμιά διάθεση προσφοράς στο κοινωνικό σύνολο. Σε αντίθεση με αυτόν, ο Στράτης, το βασικό προσωπείο του Σεφέρη, ο οποίος, γεμάτος μετριοφροσύνη, υποστήριξε σαν άλλος Οδυσσέας στον οργισμένο Λογκομάνο πως είναι ο «Ούτις», υποδεικνύει ένα άλλο πρότυπο διανοούμενου, αυτού που βρίσκεται κοντά στον άνθρωπο και δε διεκδικεί για τον εαυτό του τον τίτλο της αυθεντίας.
Η λύση, τέλος, στο συλλογικό αδιέξοδο φαίνεται να βρίσκεται για τον ποιητή-Στράτη στην ελληνική επαρχία που συμβολίζει σε αντίθεση με την Αθήνα την αυθεντικότητα, την αγνότητα και εν τέλει την υγιή πλευρά του νεοελληνικού πολιτισμού που μπορεί να αποτελέσει ελπίδα για τη χαμένη συλλογικότητα. Το αίσθημα ανανέωσης που διακατέχει το Στράτη φαίνεται στα παρακάτω λόγια του, όταν έφτασε στο νησί της Σαλώμης-Μπίλιως: «Δυνατή ευωδιά από τα σκίνα. Ο άγνωστος κόλπος της νύχτας μ’ έναν απόμακρο σφυγμό βαθιά στις ρίζες μιας πατρίδας. Άλλη ζωή.» (σελ.222). Η επαρχία πληρεί σε μεγάλο βαθμό αυτές τις προϋποθέσεις μιας κι εκεί καταφέρνει ο Στράτης να ανακαλύψει το αγνό και το άσπιλο. Η αυθεντικότητα, λοιπόν, τον συναρπάζει περισσότερο από την υποκριτική και επιφανεικά πολιτισμένη ζωή της πόλης. Εκεί η επικοινωνία με τον ά λ λ ο άνθρωπο καθίσταται δυνατή. Λέει για τη σχέση του με τη Σαλώμη: «Συνεννοούμαστε με μονοσύλλαβα και χειρονομίες τυφλών. Μεγάλη ευτυχία.» (σελ.222). Ο Σωτήρης, παλιός καπετάνιος, φαίνεται να απορροφά περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο χαρακτήρα αυτά τα στοιχεία. Ο βιολιστής αυτός συμβολίζει το γνήσιο και τον αυθεντικό λαϊκό άνθρωπο, της προφορικής δημιουργίας, που δεν έχει «μολυνθεί» από την ξενομανία της πόλης. Είναι ο τύπος του Μακρυγιάννη, ενός ήρωα αυθεντικού, που προσπαθούσε να εμφυσήσει στους Έλληνες το συλλογικό αίσθημα. Χαρακτηριστική είναι και η φράση του Μακρυγιάννη σχετικά με την αναγκαιότητα του «εμείς» και όχι του «εγώ» ως τρόπου ζωής. Για το Στράτη η επιστροφή στις ρίζες της φυλής του αποτελεί τον αναγκαίο όρο για να βρει το έθνος τους νέους δρόμους προς την επανάκτηση της δημιουργικότητάς του.
Εν κατακλείδι, δε θα ήταν άστοχο, εάν συμπεραίναμε ότι κάθε πρόσωπο αυτού του μυθιστορήματος, υπακούοντας στο μοντερνιστικό «κανόνα» που αποτρέπει τη συγκρότηση ολοκληρωμένων χαρακτήρων, αφενός αποτελεί προσωπείο του Στράτη –και κατά συνέπεια του ίδιου του συγγραφέα- και αφετέρου συμβάλλει μαζί με τους υπόλοιπους χαρακτήρες στην αποτύπωση του προς ανεύρεση συλλογικού προσώπου της ελληνικής κοινωνίας.
|