|
Για τον τόπο που ζούμε, Σχηματάρι - Οινόφυτα και τη γύρω περιοχή, έχοντας σαν δεδομένα: τη ληστρική αντιμετώπιση του φυσικού περιβάλλοντος απ’ την ανθρωποβόρα ανεξέλεγκτη επιχειρηματική αντίληψη που κυριαρχεί, καθώς και την προκλητικά άσχετη, αδιάφορη και συνένοχη εξουσία κάθε επιπέδου, η ελπίδα είχε χαθεί. Η ελπίδα να υπάρξει μέλλον για τον τόπο αυτό και για όσους ζουν σ' αυτόν.
Οι όποιες, ελάχιστες, φωνές αντίδρασης σ' αυτή την υποβάθμιση υπήρξαν ως τώρα, έσβησαν ή αναγκάστηκαν οι περισσότερες για ποικίλους λόγους να σιωπήσουν, μη βρίσκοντας λαϊκό έρεισμα από τη μια και καμία δυνατότητα να απαιτήσουν δικαιοσύνη από την άλλη. Μπορεί κάποιοι να έφταιξαν και οι ίδιοι που άφησαν ο αγώνας τους να μπει κάτω από “λάβαρα” που καπηλεύτηκαν την ανάγκη και προσπάθησαν ύπουλα να την εξαργυρώσουν. Μπορεί να έλειπαν τα μέσα κι ο τρόπος. Πάντως τίποτα δεν ήταν υπέρ τους. Κυνηγούσαν χίμαιρες, μόνοι κι αβοήθητοι.
Στις μικρές κοινωνίες μας οι πολίτες περιμέναμε άλλοι στωικά κι άλλοι αγανακτισμένοι την επικείμενη καταστροφή. Φως δεν φαινόταν από πουθενά. Σκοτάδι και κοροϊδία από τους άρχοντές μας που έκαναν τις “δουλειές” τους καταπώς ήθελαν, ρίχνοντας στάχτη στα μάτια του λαού με βαρύγδουπες δηλώσεις, εντυπωσιακές μεν αλλά ψεύτικες και κενές από ενδιαφέρον για τον τόπο και τους ανθρώπους του.
Οι ελάχιστοι αμφισβητίες και οραματιστές που συνέχιζαν και συνεχίζουν τον αγώνα για μια καλύτερη ζωή παραγνωρίστηκαν, θεωρήθηκαν γραφικοί κι έντεχνα οδηγήθηκαν στο περιθώριο. Κυριαρχούσαν βλέπετε τα “λαμόγια” κάθε απόχρωσης. Σωστοί χαμαιλέοντες που περνούσαν από τον ένα χώρο στον άλλο, τυφλοί από τη λάμψη της εξουσίας και από το χρώμα του χρήματος.
Πριν δυο χρόνια η κατάσταση του φυσικού περιβάλλοντος στην περιοχή μας έπιασε κόκκινο. Κάποιοι αγωνιστές βρήκαν τον τρόπο να κάνουν ξεκάθαρη στα μάτια του λαού την κατάσταση που επικρατούσε. Άλλωστε το μυρίζαμε στον αέρα, το γευόμασταν με το νερό, το βλέπαμε με τα μάτια
μας το χάλι της περιοχής μας. Χρειάστηκε όμως κάποιοι να κάνουν την υπέρβαση. Να πάνε μπροστά και με νου και γνώση να δείξουν πως μπορούμε να κάνουμε ακόμα κάτι. Πως η ελπίδα δε χάθηκε. Πως η κοινωνία των πολιτών δε μπορεί, δε γίνεται, δεν είναι σωστό να εκλείψει και να παραιτηθεί από την ανάγκη για πιο ανθρώπινες συνθήκες ζωής σ' αυτό τον τόπο.
Έτσι μόνο έγινε δυνατό να ζωντανέψει η ελπίδα. Και όσο οι μπροστάρηδες αυτού του αγώνα πετυχαίνουν μικρές νίκες καθημερινά, άλλο τόσο εμείς πρέπει να τους στηρίζουμε και να ακολουθούμε.
Μέχρι να μπορέσει ο λαός να γίνει μια φωνή, έχουμε δρόμο ακόμα. |